Τρίτη 5 Μαρτίου 2024

ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. ΟΛΜΕ. 6η Μαρτίου Το σχολείο να γίνει το ανάχωμα απέναντι στη βία και τον εκφοβισμό

 





ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.

ΚΕΝΤΡΟ ΜΕΛΕΤΩΝ ΚΑΙ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗΣ ΤΗΣ Ο.Λ.Μ.Ε. CENTRE FOR RESEARCH AND DOCUMENTATION OF OLME

Ερμού & Kορνάρου 2, 105 63, Αθήνα e-mail: kemete@sch.gr Ιστοσελίδα:http://kemete.sch.gr/


Αθήνα, 3/03/24

Μαρτίου

Το σχολείο να γίνει το ανάχωμα απέναντι στη βία και τον εκφοβισμό

 

 

Η 6η Μαρτίου σηματοδοτεί με τρόπο ιδιαίτερα εμφατικό, την ανάγκη να διαμορφωθούν εκείνες οι δημόσιες πολιτικές αλλά και οι συμπεριφορές - σε επίπεδο ατομικό και συλλογικό - που θα ορθώσουν φραγμό απέναντι στη βία και στον εκφοβισμό κάθε είδους και κάθε μορφής, στην εκπαιδευτική πραγματικότητα.

Το πεδίο της εκπαιδευτικής πραγματικότητας δοκιμάζεται καθώς η έκταση των συνεπειών των κρίσεων, τόσο σε επίπεδο οικονομικό όσο και κοινωνικό, γίνεται όλο και πιο αισθητή. Η οικονομική κρίση, η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους, η ανεργία και η όξυνση της φτώχειας έχουν πλήξει την κοινωνική συνοχή. Η πανδημία και η εκπαιδευτική κρίση ως αποτέλεσμα του μακρόχρονου εγκλεισμού και της τηλεκπαίδευσης φαίνεται ότι λειτούργησαν ως καταλύτης για την εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών (χαρακτηριστική είναι και η αύξηση της ενδοοικογενειακής βίας).

Τα φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού, τα περιστατικά βίας εναντίον μαθητριών και μαθητών ή και εκπαιδευτικών, αλλά και γενικότερα τα περιστατικά βίας εντός και εκτός σχολικού πλαισίου πληθαίνουν και η ανάγκη να σταθούμε απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές είναι πιο ισχυρή από ποτέ.

Η βία αποτελεί ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο του οποίου οι αιτίες προσδιορίζονται σε συνάρτηση με τη λειτουργία της κοινωνίας, τις κοινωνικές κατασκευές και ιεραρχήσεις, τα αξιακά προτάγματα. Τα φαινόμενα βίας που παρατηρούνται εντός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας δεν μπορούν να εξεταστούν αποσπασματικά.

Η προσέγγιση που επικρατεί συχνά στον δημόσιο λόγο εστιάζει σε ορισμένες μορφές του φαινομένου ρίχνοντας το βάρος κυρίως σε ένα βίαιο οικογενειακό περιβάλλον ή και στην αδιαφορία ή ανεπάρκεια του σχολικού πλαισίου, παραγνωρίζοντας τη συνθετότητα του προβλήματος, τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας, τα φαινόμενα εκμετάλλευσης και ανταγωνισμού.

Πιο συγκεκριμένα, το βάθεμα των κοινωνικών ανισοτήτων, η εργασιακή ανασφάλεια, οι περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές και η απομείωση του βιοτικού επίπεδο μεγάλων στρωμάτων του πληθυσμού αποτελούν κάποιες από τις πτυχές που συνδέονται με την όξυνση των φαινομένων βίας και παραβατικότητας. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat από το 2020, η παιδική φτώχεια φτάνει στο 24,2% του ανήλικου πληθυσμού. Αυτός είναι ο


ευρωπαϊκός μέσος όρος. Εκατομμύρια παιδιά στην Ευρώπη βρίσκονται κοντά στη στέρηση ή στερούνται ήδη βασικές ανάγκες τους. Η Ισπανία και η Ελλάδα βρίσκονται στο ποσοστό 31,5% γεγονός που σημαίνει ότι ένα στα τρία παιδιά αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο αυτό. Από την άλλη, πρέπει να επισημανθεί ότι πρόκειται για φαινόμενο που δεν έχει κοινωνικοοικονομικό ή γεωγραφικό πρόσημο.

Παράλληλα, προκειμένου να φωτιστούν περαιτέρω οι πτυχές του προβλήματος, πρέπει να εξεταστούν τα χαρακτηριστικά του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε η διαχείρισή του σε επίπεδο σχολικής κοινότητας να γίνει με τρόπο ουσιαστικό, δηλαδή με παιδαγωγικό πρόσημο και κοινωνικό αποτύπωμα και όχι απλά με όρους νομοτεχνικούς ή διοικητικούς. Η εντατικοποίηση της μάθησης, το εξετασιοκεντρικό σύστημα (Τράπεζα θεμάτων, ΕΒΕ), το περιεχόμενο, ο χαρακτήρας και ο όγκος της διδακτέας και εξεταστέας ύλης, σε όλες της τάξης της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δημιουργούν ένα σχολείο ανταγωνιστικό απογυμνωμένο από παιδαγωγικό πλαίσιο, ένα σχολείο αποκλεισμών που οξύνει τις μορφωτικές ανισότητες και αναπαράγει τις κοινωνικές. Στόχος μας πρέπει να είναι ένα σχολείο δημοκρατικό, συμπεριληπτικό, ανοιχτό στη δημιουργικότητα των παιδιών. Κυρίως όμως ανοικτό στην ποικιλομορφία, την ελεύθερη έκφραση και τη συμμετοχή των μαθητών και μαθητριών, δημιουργώντας κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στη σχολική κοινότητα. Βασικές αρχές ενός τέτοιου σχολείου είναι οι εξής:

   Η διαπαιδαγώγηση δεν στηρίζεται στις ποινές, αλλά στη συμμετοχή και τον κριτικό διάλογο

    Προτάσσεται και στηρίζεται ο παιδαγωγικός ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος υπονομεύεται από τα διοικητικά καθήκοντα και τη γραφειοκρατία

   Στηρίζονται και ενισχύονται τα αντισταθμιστικά εκπαιδευτικά μέτρα για μαθητές/τριες με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, μεταναστευτικό και προσφυγικό υπόβαθρο και Ρομά

  Εντάσσεται στο πρόγραμμα σπουδών η συμπεριληπτική σεξουαλική αγωγή

   Εντάσσονται η διδασκαλία των τεχνών, ο αθλητισμός και τα μαθήματα πολιτειότητας στα προγράμματα σπουδών

   Εκσυγχρονίζονται τα προγράμματα σπουδών και επαναπροσδιορίζονται οι μαθησιακοί στόχοι, λαμβάνοντας υπόψη τις γνωστικές ανάγκες και την μαθησιακή ωριμότητα των παιδιών και εφήβων

   Ενισχύονται παράλληλα οι δομές στήριξης και προστασίας του παιδιού και οι πολιτικές καταπολέμησης της φτώχειας

Η χάραξη μιας στρατηγικής πρόληψης και εμβάθυνσης στα κοινωνικά χαρακτηριστικά του φαινομένου πρέπει και να διαμορφώσει τον οδικό χάρτη για το αύριο. Για τον λόγο αυτόν, υπάρχει ανάγκη νέων ερευνητικών δεδομένων ευρείας κλίμακας σχετικά με το είδος, τα χαρακτηριστικά, τις διαστάσεις και τις κοινωνικές παραμέτρους του σχολικού εκφοβισμού, προκειμένου να κατανοήσουμε το φαινόμενο. Η πλατφόρμα καταγγελιών του ΥΠΑΙΘΑ δεν βοηθάει στην κατανόηση του φαινομένου, αντίθετα δημιουργεί στρεβλώσεις και ορίζει ως μόνο υπεύθυνο τον εκπαιδευτικό, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα χαρακτηριστικά και τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά και τις κοινωνικές παραμέτρους. Ο τελευταίος νόμος για την «αντιμετώπιση της ενδοσχολικής βίας και του εκφοβισμού», περιορίζεται σε συμπεριφορές και ατομικές στάσεις που πρέπει να αλλάξουν, καθώς και στον ρόλο της οικογένειας, ενώ το ζήτημα της πρόληψης περιορίζεται στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών και στις εκπαιδευτικές δράσεις. Δίνεται


επίσης προτεραιότητα στην αποτροπή / καταστολή καθώς και στον εκ των υστέρων χειρισμό περιστατικών αντί για τη προσπάθεια συνεισφοράς σε ένα συνολικό περιβάλλον όπου δεν θα ευδοκιμεί η βία.

Η αισθητοποίηση στο χώρο της σχολικής ζωής τέτοιων συμπεριφορών λειτουργεί υπονομευτικά για τη δημιουργία ενός ασφαλούς σχολικού περιβάλλοντος και αποτελεί επιτακτική ανάγκη να διαμορφωθούν όροι και προϋποθέσεις αντιμετώπισης και άμβλυνσης αυτών των συμπεριφορών. Άλλωστε η καθημερινότητα του σχολείου, η ίδια η εκπαιδευτική πραγματικότητα, οφείλει να χαρακτηρίζεται από την ισχυρή παρουσία ενός πλέγματος αξιών, θεωρήσεων και συμπεριφορών που θα εξασφαλίζουν ένα υγιές και προστατευτικό περιβάλλον για τα παιδιά του σήμερα και τους πολίτες του αύριο. Η ενδυνάμωση αυτής της διάστασης της λειτουργίας του σχολείου θα είναι και αυτή που θα διαμορφώσει τις απαραίτητες συνθήκες οι οποίες θα εξασφαλίσουν ότι το σχολείο εντάσσει και δεν απορρίπτει, προωθεί τη μάθηση, καλλιεργεί δεξιότητες, προάγει τις θετικές σχέσεις ανάμεσα στους παράγοντες της σχολικής ζωής. Ο σεβασμός, η ενσυναίσθηση, η ανάδειξη του ανθρωπισμού ως κυρίαρχες αξίες πρέπει να αποτελέσουν τον οδηγό κάθε σχολικής κοινότητας. Πρέπει όμως να αποτελέσουν αφετηρία και βάση και για τους εκπονητές των δημόσιων πολιτικών οι οποίοι και οφείλουν να ιεραρχήσουν προτεραιότητες και αξίες με βάση τον άνθρωπο και να διαμορφώσουν τις αντίστοιχες πολιτικές.

Το σχολείο καλείται να λειτουργήσει με ασφάλεια και να διαχειριστεί με τρόπο κατάλληλο τα περιστατικά που λαμβάνουν χώρα εντός της σχολικής ζωής, να διαχειριστεί κρίσεις και να αντιμετωπίσει τις εκφάνσεις ενός φαινομένου του οποίου οι αιτίες συνθέτουν ένα ψηφιδωτό που αποτελεί και καθρέπτη της κοινωνικής πραγματικότητας.

Η αποφασιστική χάραξη στρατηγικών στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής, της πρόνοιας, της στήριξης της οικογένειας αλλά και των ευάλωτων τμημάτων του πληθυσμού πρέπει να αποτελέσει κυρίαρχο πολιτικό πρόταγμα. Η εφαρμογή πολιτικών υπέρ της κοινωνικής συνοχής και της κοινωνικής δικαιοσύνης θα λειτουργήσουν υποστηρικτικά και με τρόπο ουσιαστικό στις οικογένειες και τα παιδιά που χρειάζονται βοήθεια, ενίσχυση και αποδοχή. Η αίσθηση ότι η πολιτεία, το σχολείο, η κοινωνία δεν είναι παθητικοί δέκτες συμπεριφορών αλλά ενεργητικοί ακροατές που αποδίδουν αξία και σεβασμό θα λειτουργήσει καταλυτικά στην αποδόμηση μιας κουλτούρας επιθετικότητας και βίας που φαίνεται να αποκτά χαρακτηριστικά κλιμάκωσης. Η στήριξη με ουσιαστικό τρόπο των εργαζόμενων γονέων, ο μετασχηματισμός των συνθηκών της εκπαιδευτικής πραγματικότητας με άξονα  τον μαθητή και τη μαθήτρια, η ολόπλευρη ενδυνάμωση του εκπαιδευτικού στο έργο του αποτελούν καταλυτικά στοιχεία στην αντιμετώπιση του φαινομένου.

Οι συνθήκες της σχολικής λειτουργίας πρέπει να χαρακτηρίζονται από μια αποφασιστική στάση απέναντι σε κάθε μορφής βία και εκφοβισμό. Το πλαίσιο λειτουργίας του σχολείου, η αποστολή την οποία υπηρετεί, οι αξίες που πρεσβεύει, οι κανόνες και τα όρια που υιοθετεί πρέπει να αποσκοπούν με τρόπο σαφή και διακριτό στο να χτιστεί μια θεώρηση που θα αγγίζει το σύνολο της σχολικής κοινότητας. Μια θεώρηση που δεν θα επιδεικνύει ανοχή απέναντι σε μορφές συμπεριφοράς που εκδηλώνονται στο χώρο του σχολείου με πρόσημο και περιεχόμενο την άσκηση βίας, την επιθετικότητα, τη χρήση απειλών, τον εκφοβισμό, την ομαδοποίηση που λειτουργεί με όρους αποκλεισμού για άλλους μαθητές ή μαθήτριες, τη διάπραξη ενεργειών που υπερβαίνουν το νόμο και αγγίζουν τα όρια της παραβατικότητας, τις απειλές μέσω διαδικτύου ή κινητών τηλεφώνων.

Όλοι οι παράγοντες της σχολικής ζωής οφείλουμε να δώσουμε τη μάχη με αίσθημα ευθύνης και αλληλεγγύης, σεβασμού και ενσυναίσθησης.


Με πολιτικές και στρατηγικές πρόληψης και αντιμετώπισης του φαινομένου οι οποίες θα διαμορφωθούν και θα εφαρμοστούν με τη συμμετοχή ολόκληρης της σχολικής κοινότητας.

Με την ενσωμάτωση στη λειτουργία των σχολείων ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στην έκταση που είναι απαραίτητη και που θα λειτουργήσουν υποστηρικτικά αλλά και με τη συμπληρωματική επιμόρφωση του εκπαιδευτικού και διοικητικού προσωπικού στη διαχείριση αντίστοιχων περιστατικών.

Με την ενθάρρυνση συμμετοχικών διεργασιών που θα επιτρέψουν την έκφραση των ανησυχιών, το μοίρασμα των προβληματισμών αλλά και των ονείρων των παιδιών.

Με την αποφασιστική χάραξη δημόσιων πολιτικών που θα εστιάσουν στα χαρακτηριστικά της βίας ως κοινωνικού φαινομένου και της ανάγκης αντιμετώπισής της μέσω κοινωνικών πολιτικών που θα μειώσουν τη φτώχεια, την εγκατάλειψη και την περιθωριοποίηση.

Οι δυσκολίες της σύγχρονης πραγματικότητας είναι πολλές, η ανάγκη επανιεράρχησης προτεραιοτήτων σε επίπεδο δημόσιων πολιτικών αναπόδραστη, το αίτημα για μια άλλη θεώρηση σε επίπεδο κοινωνίας επιτακτικό.

Μαθήτριες και μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί είμαστε στην ίδια όχθη του ποταμού.

Στεκόμαστε απέναντι στη βία και τον εκφοβισμό και οφείλουμε να παλέψουμε απέναντι στην απομείωση της ίδιας της αξίας της ζωής, της ίδιας της αξίας του ανθρώπου.

Αγωνιζόμαστε ώστε να γίνει και πάλι ο άνθρωπος το κέντρο του κόσμου μας. Γιατί μόνο έτσι θα νοηματοδοτηθεί με τρόπο ουσιαστικό και οραματικό η εκπαιδευτική διαδικασία ώστε να γίνει βίωμα που θα μετασχηματίσει τους παράγοντες της σχολικής ζωής. Να αποκτήσουν τα παιδιά του σήμερα και πολίτες του αύριο αλλά και οι εκπαιδευτικοί και οι γονείς μια ισχυρή στάση ζωής που θα εξορίσει τη βία και το φόβο.

Η εκπαιδευτική διαδικασία, ο ίδιος ο χώρος της εκπαίδευσης αποτελεί το πεδίο στο οποίο η βία και ο εκφοβισμός πρέπει να ηττηθούν. Ως σκέψη, ως θεώρηση, ως αξία, ως συμπεριφορά. Είναι ευθύνη όλων μας.

 

 

Για το ΔΣ του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ.

 

 


Ο Πρόεδρος                                                                         Η Γενική Γραμματέας

Γεώργιος Ανδρινόπουλος                                                            Μαρία Γεωργαρίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.